αγνεία

αγνεία
η
1) чистота, непорочность; 2) девственность, целомудрие

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Смотреть что такое "αγνεία" в других словарях:

  • ἁγνεία — ἁγνείᾱ , ἁγνεία purity fem nom/voc/acc dual ἁγνείᾱ , ἁγνεία purity fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνείᾳ — ἁγνείᾱͅ , ἁγνεία purity fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγνεία — αγνεία, η και αγνιά, η αγνότητα, παρθενιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγνεία — Η σωφροσύνη, η αγνότητα, η απόλυτη τήρηση των ηθικών αρχών, αλλά και η αποχή από κάθε σαρκική ή τροφική απόλαυση. * * * η (Α ἁγνεία) [ἀγνεύω] καθαρότητα, αγνότητα, παρθενία μσν. αγαμία αρχ. 1. αυστηρή τήρηση τών θρησκευτικών καθηκόντων 2. στον… …   Dictionary of Greek

  • ἁγνείας — ἁγνείᾱς , ἁγνεία purity fem acc pl ἁγνείᾱς , ἁγνεία purity fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνείαι — ἁγνείᾱͅ , ἁγνεία purity fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνείαν — ἁγνείᾱν , ἁγνεία purity fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνειῶν — ἁγνεία purity fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνεῖαι — ἁγνεία purity fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνείαις — ἁγνεία purity fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγνείη — ἁγνεία purity fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»